Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

Φλουρί

Με πονάει λίγο εδώ, η μοναξιά μου. Έχεις καμιά παυσίπονη καλημέρα; Εσύ που κοιτάς το φανάρι σαν φεγγάρι, με προσήλωση, στη διασταύρωση, με προσευχή να σ’ αφήσει λίγο πιο γρήγορα, θα κοίταζες έτσι άνθρωπο; Μα, ναι, αν σου άναβε πράσινο για να προχωρήσεις ελεύθερα. Μα, ναι, αν σε φέρνει πιο κοντά στον προορισμό σου.
Εγώ δεν είμαι φανάρι σε διασταύρωση. Εγώ είμαι στάση στην επαρχία, που σε κρατάει μέχρι να μάθεις ότι δεν περνάει το λεωφορείο.
Γυρίσαμε όλοι στη θέση μας. Μαζεύουν τα μαγαζιά τα χριστουγεννιάτικα. Πεταμένες πλαστικές μπάλες και έλατα στα σκουπίδια όπως παλιά. 2010 με οικολογική συνείδηση της δεκαετίας του ’80. Φωτογραφίες με τον Άι – Βασίλη του λούνα - παρκ, παιχνίδια με σωμένες μπαταρίες. Λίμνες αγιασμένες που αραιώνονται σιγά - σιγά με νερό βροχής. Δίαιτες στα χωνευτικά περιοδικά και ασκήσεις γυμναστικής. Η φυλή των ανθρώπων πλατσουρίζει ξανά στην σπουδαιοφανή ρουτίνα παριστάνοντας το σημαντικό. Στη θέση του ο ταξιτζής που είχε μυριστεί την ήττα του Ολυμπιακού. Στη θέση της η κομμώτρια που κοιτάει κουτσομπολιά στην τηλεόραση. Ο αλουμινάς που αποφεύγει τα μερεμέτια. Το στοίχημα, τα πυροτεχνήματα των γάμων, οι ήχοι κλήσης των άλλων, τα γκρι ρούχα των μεσόκοπων. Στη θέση τους τ’ ανέκδοτα με τις αποδείξεις αγορών.
Ήτανε Χριστούγεννα; Παλιά. Άσε με μ’ αυτά. Να ησυχάσω λίγο τρέχοντας. Να βρω την ηρεμία μου στον πανικό. Να βρω τον ρυθμό μου στις αρρυθμίες. Δε θέλουμε πια τις γιορτές όπως ήτανε. Τις θέλουμε τρεχάτες, φανταχτερές και επιδεικτικές. Για να γυρίζουμε στην καθημερινότητα σαν καταφύγιο στο σπίτι μας.
Στην επαρχία μάθαμε να νιώθουμε και μέτριοι. Γελάς όμως στο επαρχιακό περίπτερο με την εφημερίδα της Αθήνας, την Καθημερινή, που γράφει εντυπωσιασμένη για την Αμερικανίδα Μαριάν Σάλτσμαν, 48χρονη «γκουρού» των διεθνών δημοσίων σχέσεων και συγγραφέα, που πέφτει τόσο μέσα στις προβλέψεις για τις παγκόσμιες τάσεις ώστε να θεωρείται μελλοντολόγος. Η σοφή αυτή και πολυταξιδεμένη λανσάρισε τον όρο «μετροσέξουαλ» και πρόβλεψε την οικονομική κρίση. Λατρεύει το facebook αλλά κάθε μέρα διαβάζει μια τοπική εφημερίδα, μια πανεθνικής εμβέλειας κι ένα φρι- πρες. Βλέπει το μέλλον του πρωινού τύπου στην ανάπτυξη των συγκοινωνιών και βασισμένη στις κοινωνικές δικτυώσεις του διαδικτύου όπου ο καθένας ως μονάδα μπορεί να κοινοποιήσει οτιδήποτε, δηλώνει τί; «Το τοπικό είναι η νέα παγκοσμιότητα». Τα λόγια του εκδότη αυτής της εφημερίδας Παντελή Φλωρόπουλου δηλαδή, όπως ειπώθηκαν δεκαπέντε χρόνια πριν. Όταν δεν υπήρχε το facebook. Όταν το Αγρίνιο ήταν ό,τι και σήμερα, μια ουδέτερη επαρχιακή πόλη. Που καταπίνει.
Που περιθάλπει τον εραστή της για να τον καταπιεί μετά τον έρωτα.
Καταφύγιο η επαρχιακή καθημερινότητα από τον οξύθυμο δεσπότη που στην ομιλία της πρωτοχρονιάς ρώτησε επιτακτικά: «Πιστεύουμε στον Χριστό ναι ή όχι; Θα το πάρουμε απόφαση ναι ή όχι; ΝΑΙ ή ΌΧΙ;» έχασε την υπομονή του μαζί μας. Γελαστή η μπάντα ξεθύμανε την κρισιμότητα της στιγμής καθώς ακούστηκε απ’ έξω να παιανίζει τον αργοπορημένο ερχομό των επισήμων. Τι ειρωνία! Ο ρυθμός των κατεστημένων πραγμάτων που αγαπάει η εκκλησία δεν την αφήνει να κάνει την ατμόσφαιρα δικαστηρίου που θέλει. Οι γυναίκες με τις λειτουργιές και τα υψώματα κοίταξαν απλανώς μετά. Ο δεσπότης κατέβηκε κι άρχισε να μοιράζει αντίδωρα στοργικά, σαν άλλος. Έδειχνε και μικρότερο το μέγεθός του πια. Οι γυναίκες με τα υψώματα έμοιαζαν στωικά αγάλματα σε ζωφόρο που διατήρησε τα χρώματά της. Ανέχονται όλα τα ξεσπάσματα με σοφία αιώνων σαν να είναι από μικρά παιδιά. Αυτές δεν τις νοιάζει να δηλώσουν τίποτα. Τα αφιερώματά τους μοιάζουν να στέλνονται σε άλλο, πιο ήσυχο, διαχρονικό, μη απειλούμενο θεό.
Την ίδια ώρα που καταγγέλλονταν οι αμφιβολίες της ανθρώπινης φύσης κάτι παιδάκια που έπλητταν μέσα στην εκκλησία έλαμπαν σαν μικροί θεοί αλήθειας. Η επιδερμίδα τους έμοιαζε να καλύπτει έναν εσωτερικό ήλιο, τόσο παντοδύναμο που δεν νοιάζονταν καν να το διαλαλήσει. Ένας ζωηρός, με χαλαρή αντίληψη του χώρου ήθελε να παίξει. Μικρούλης, ήθελε να παίξει με τα πάντα, με τις γωνίες του τέμπλου, με τα σκαλοπάτια, με το χαλί. Με τα δημιουργήματα του ανθρώπου για έναν θεό που ο μικρούλης έμοιαζε να κατείχε το μυστικό του. Αδύνατη η τυπολογία της εκκλησίας να τον ανεχτεί, ή να τον γοητεύσει, τον μάλωσε ο μπαμπάς του που έκανε φασαρία.
Έμεινε μόνο η φοβιστική φασαρία του δεσπότη από το ιερό βήμα. Να υπερασπίζεται ονομαστικά τον Χριστό, σαν κυβερνήτη. Τί να απαντήσω άμα με πιάσει απ’ τον γιακά; Δεν ξέρω, ποιόν Χριστό απ’ όλους; Εγώ τα παιδάκια ξέρω ότι θαύμαζε κι Εκείνος που ήξερε και κάτι παραπάνω.
Σφιχτή η αγκαλιά της εκκλησίας στην επαρχιακή πόλη με το φλουρί μέσα της χαμένο.

Συγνώμες

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010